Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ

Hideko Takamine in Mikio Naruse’s A Wanderer’s Notebook

Περίμενε
μετά τη μπόρα
Να πιει τον τελευταίο θόρυβο το χώμα κι άκου

Μ’ άλλο ρυθμό γερνάει κάθε πράγμα

 
 
 

Advertisements

ΑΣΠΡΟ

59876554_2252977241436822_6542286543967485952_n

 Το ήξερα ότι θα αντιμετώπιζα προβλήματα στο νησί. Δεν τον εμπιστευόμουν αυτόν που μας τα κανόνισε. Γνωστός γνωστού. Ξεθωριασμένος και αδύνατος σαν στυμμένη κομπρέσα. 


Από πού κι ως πού μπήκε στη μέση να οργανώσει τις διακοπές μας, τι ενοχλητική που θα μου ήταν η παρουσία του, και το βλέμμα του, αυτό το παγερό γαλάζιο του δυνάμει απατεώνα. Τίποτα το καλό, τίποτα το καλό…


Μας έβαλε στο σπίτι, ένα μεγάλο διώροφο, εκατό χρονών τουλάχιστον, ψηλά ντουβάρια, και κατευθείαν στο δωμάτιο. Η πόρτα με εκατό χέρια λαδομπογιάς, βαριά στο άνοιγμα. Το ξύλινο πάτωμα φαγωμένο από τα χρόνια, τα σανίδια του λύγιζαν,


όμως τι αστραφτερή αντίθεση οι φρεσκοασβεστωμένοι τοίχοι! Μήπως ήταν υπερβολικές οι υποψίες μου; Και στα φωτεινά παράθυρα, τι ωραία κατάλευκα καλοσιδερωμένα δαντελένια κουρτινάκια κρεμόντουσαν! Τι νοικοκυροσύνη, 


αλλά όχι. Συνήθως όχι, δεν με γελάει το ένστικτο. Ήταν ολοφάνερη η πρόθεση να με τυφλώσουν με την αστραφτερή τους καθαριότητα! Μέτραγα καλά; Έξι κρεβάτια με άσπρα σεντόνια, στο ίδιο δωμάτιο! Με άγνωστα άτομα στο ίδιο δωμάτιο! Μου την έφεραν άσχημα. Δεν ήταν ξενοδοχείο, ήταν νοσοκομείο.


Από το τζαμάκι της πόρτας το κεφάλι ενός ηλίθιου, μαύρα μαλλιά στο κούτελο κομμένα με τα ίδια του τα δόντια – αν είναι δυνατόν, εμφανιζόταν κι έπειτα εξαφανιζόταν. Πήδαγε πάνω κάτω κι έπαιρνε μάτι ο τρελός. Ώστε προορισμός των διακοπών μας, ήταν το άσυλο.


Έπειτα προσπαθούσα να βρω την έξοδο σε τόσο άσπρο. Μα είναι αδύνατον να ξεφύγεις από το άσπρο. Μόνο να εξαντληθείς μπορείς από τη λάμψη, να τσουρουφλιστείς σαν έντομο παγιδευμένο, ώσπου να σε απορροφήσει η μέσα νύχτα.

ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ ΠΑΛΙΑΤΣΙ ΣΤΗ ΝΕΟΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΑΝΗΓΥΡΗ ΤΗΣ ΡΑΜΠΛΑΣ


– Κόσμοι της ράμπλας,
Ραμπλάδες σκαταναλωτές
– Και σκαταναλλότριες!

– Δεν είμαστε επαίτες,
– Δεν είμαστε ούτε κλέφτες,
Όπως βλέπετε είμαστε χαρούμενοι
– Και ιδιαζόντως χρωματιστοί
– Φωσφορίζουμε σαν την κινίνη,
άρα;
– Άρα είμαστε θεατρίνοι

– Καμία σχέση με άλλα κτήνη
Δεν έχετε τίποτα να φοβηθείτε
Μόνο τα λόγια μας, αστείο πράμα
– Φέρνουν λίγο κίτρινο πυρετό
– Λίγο κίτρινο τσιρλιό
– Λίγη ελώδη μουνοπυρήνωση

– Κυρία μου αλήθεια τώρα,
δεν είναι αυτή ζωή
Θα σπάσει η μύτη σας μια μέρα

– Κι εσείς!
Μπορεί να βγάλετε ένα χερούλι στη μέση
αύριο το πρωί

– Και να ‘χετε τραβήγματα

– Να ξεκαρδιστεί ο ελατήριος μυς

– Να ανοίξουν τα συρτάρια σας μέσα στη ράμπλα
και να σας χυθεί το πράμα
Χρειάζεται προσοζή!

– Κι εσείς κύριε
Μπορεί να χάσετε το παπούτζι σας,
τον σκούφο σας, τη τζάντα…
– Να απωλέσετε το ζτάτους
Πού το βάζετε το στάτους;
Φοράτε διπλούζ πάτους;

– Προσέξτε μην φτάσετε στην τρέλα
Αύριο θα βρέξει χέλια
– Βατράχια
– Κουνέλια
– Αν χωνέψατε, ευκαιρία,
πάτε να φάτε

– Μπορεί να βρέξει αύριο, τι είναι ο κόκοραζ
– Τι είναι το ζουμί του
– Ζουμί τουριζμού
– Μύδια αλαντικού
– Καλαμάργια ιντικού
– Τρίχινες ήβεις
– Πρόστριχες οδοντοστριχίες
– Μουρουνότριχες φαρσί
– Στούμπι φουσταλευριάς
– Αγύρτικο θρούμπι
– Succumbi ευρωπαϊκό!
– Μουκούμπι αφρικανικό
– Σουκούμπι al dente
– Μουκούμπι αλέ
– Μότο ντα φε, εμείς τώρα αλέ,
Να πηγαίνουμε σιγά σιγά

-Εμείς τώρα γεια
πάμε να μαλακιστούμε
Σουκούμπι μου;
Δως μου το χέρι σου,
θα το χειριστώ

– Δως μου το πόδι σου
θα το υποδυθώ

– Τρέχουμε τώρα,
όπου φύγει φύγει


 
 
 
– (τραγουδιστά) Εγώ σουκούμπι κι εσύ μουκούμπι μωρό μου…

– … θα τραγουδάμε μέχρι την άκρη αυτού του δρόμου
κι αν οι ζωές μα…. κοντά ρου … ώνου
και νου νου όοονου…

– (μαζί) Και του χρόνου, πάνω στη ράχη του νέου όνου!
 
 
 

ΠΕΡΙ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ

 

 
Ο ΑΥΤΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (Δράμα ή Κωμωδία)
 
Έφευγα μες τον κόσμο με ξεβιδωμένη τη Βούληση. Κι όλα τόσο δυνατά, τόσο υπέροχα! Κι εγώ ο Ωφέλιμός τους που με έραιναν με πράγματα και άνθη. Και η βροχή συντροφικά μου ερίχνετο και μου τραγουδούσε σιγανά. Κάτι θα είχα κάνει και τα άξιζα όλα αυτά. Κάτι θα μου είχαν κάνει και θα τους το είχα ανταποδώσει με ωραίο τρόπο.
Πως έφτασα ως εδώ τόσο ωραία να είμαι ο Αυτός των ημερών μου!
Αχ! πάντων μέτρον ο Άρρωστος. Υπάρχω -λες-, κ’ ύστερα “Δεν υπάρχεις!” σε ξυπνάει μια φωνή. Και παίρνεις στο κατόπι την στροφή και μοιάζεις κοπάδι από ψηλά έτσι όπως πας να πιάσεις τις Ζωές, με τις χειρονομίες σου τις βρισιές και τ’ άγια σκότη. Φαίνονταν ωραίες μέχρι πέρα μακριά έτσι όπως τις έβλεπα αν και τα φώτα τις αδικούσαν που έκρυβαν δειλά ό,τι τους έλειπε. Το απάτητο με τραβούσε από την πλάτη σαν παιδί, έτσι μ’έσερνε, κι εγώ έσερνα τις μέρες με τα μάτια. Σκόνταφτα κι έπεφτα ένα κουβάρι εγώ κι οι μέρες. Κάθε φορά που έπεφτα έλεγα “Α ρε δρόμε, α ρε δρόμε!” και μουρμούριζα “…δε μπορεί, κάποιος θα μ’έβλεπε από κάπου να σηκώνομαι”, μου έλεγα. Της βιας ο γεννοκάματος. Και μάλιστα χωρίς τίποτα σπουδαία νοήματα να περιμένουν στο σπίτι.
Βάζεις στο τέλος μια ιστορία να σε ακολουθεί από πίσω – σκυλί λυσσάρικο που του φόρτωσες τέτοιο κακό- να σε φυλάει. Να σε οδηγεί και να σε δαγκώνει μη ξεστρατίσεις απ’ το forte σου.
Ω διπλότυπον της χαράς και της οδύνης στέρξε στον κείμενο τοις ρήγμασι ότι πρίμος ύφανσης μες τις Μοίρες του ‘λαχε να γνώθει και να μην ξέρει.
 
 
 
 

 
Η ΑΥΤΟΥ ΥΨΗΛΟΤΗΣ (Κωμωδία ή Δράμα)
 
Όχι ότι δεν ξύπνησα από μόνη. Από μόνη μου ξύπνησα. Άνοιξα τα μάτια αλλά πού να καταλάβω την ώρα. Οχτώ πάντως δεν ήταν, αλλά δέκα μπορεί. Και γιατί όχι δώδεκα. Ο ήλιος είχε κάνει το καθήκον του, πέρασε και δεν έκατσε. Άμα σου λέει θέλατε λούσιμο στον ήλιο, ας σηκωνόσασταν στην ώρα σας. Αλλά, σηκώνεται ο ξαπλωμένος; Δεν σηκώνεται. Με αυτά και αυτά σκεπτόμενη, ήρθε απομηχανής η Βούληση. Καλώστηνα! – τεμενάδες εγώ. “Βούλομαι σηκωθείν”, μου λέει. Και πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα όντως αυτοστιγμεί! “Βούλομαι περπατήσαι”. Και έκανα τρία βήματα αριστερά. Κρύωσα όμως. “Φορέσαι κάλτσες” μου λέει, “φορέσαι και ρόμπα-ζωστήρ και ανάμενε λαμβάνειν νέα οδηγία”. Έτσι και έκανα. Ό,τι πει η Αυτού Υψηλότης. Ποια είμαι εγώ να φέρω αντίρρηση στην Ανθρώπινη Βούληση; Μην είμαι Αφρικανή, ημιαγρία; Όχι βέβαια. Ευπειθώς και ντύθηκα και περίμενα την Εξοχότητά της να μου πει τι βούλομαι παρακάτω. Βούλομαι μήπως να πάω περίπατο δέκα δρόμους στο έτσι και άλλους δέκα στο έτσι; Ουκ. Βούλομαι να κάνω κανένα θέλημα αλλονών γιατί δικό μου θέλημα στον ορίζοντα γιοκ; Τσουκ. Βούλομαι μαγειρεύειν καμιά μπάμια; Καμιά μελιτζάνα τουρλού, κουνουπίδι γιαχνί, ιμάμ μπαιλντί; Ουκ τσουκ. Τσιμουδιά η Βούληση, κιχ. Α ρε Βούληση. Α ρε Βούληση, πού είσαι; Μ’ άφησες σύξυλη και την κοπάνησες πάλι; Θα λένε, νάτη, ήρθε η άβουλη. Αμ δε! Τρία βήματα απ’ το κρεβάτι, είναι τρία βήματα απ’ το κρεβάτι. Ένα, δύο, τρία. Κι είναι μην πάρει ανάποδες η Άβουλη: Προειδοποίησα. Τρία… Δύο… Βούληση έλα… Ένα και τρία τέταρτα… Βούληση έλα είπα… Ένα και ένα τέταρτο… Βούληση δεν ήρθες… Ένα, μηδέν, τέρμα! Βούληση άντε γεια. Και πού ‘σαι; Αν μέχρι να τον πάρω, κάτι μου βουληθείς, ξύπνα με ρε, αλίμονο, πάντα στις προσταγές Σου…
 
 
 

ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΩ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΤΟ ΑΛΛΟ


 
Το πρόβλημα της οριοθέτησης
 
 
Φαντάσου ότι τρως ένα αχλάδι. Μοιάζει με ένα πολύ απλό “συμβάν”: εσύ, το υποκείμενο, τρως, το ρήμα, ένα αχλάδι, το αντικείμενο. Υπάρχουν δύο πράγματα, εσύ και το αχλάδι – και χάρη στους νόμους της σύνταξης, το ρήμα «τρώω» μας λέει άμεσα ποιος υπαγορεύει τη σχέση.

Αν όμως προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε περαιτέρω αυτά τα πράγματα, γρήγορα θα αντιμετωπίσουμε μερικές δυσκολίες: Πού είναι η «τομή», δηλαδή πού τελειώνει και πού αρχίζει το αχλάδι; Στην καθημερινή ζωή έχουμε την τάση να χρησιμοποιούμε την έννοια του γεωμετρικού χώρου ο οποίος καταλαμβάνεται από τις (διαφανείς) ροές οξυγόνου, ως ένα βολικό μέτρο για την οριοθέτηση των αντικειμένων. Οπότε, το αχλάδι τελειώνει στην κίτρινη φλούδα και στο σημάδι της δαγκωματιάς. Ωστόσο, αυτό είναι προφανώς μόνο μια πρακτική και διαισθητική, κοντόφθαλμη διαπίστωση στο μακροσκοπικό επίπεδο – οι Gilles Deleuze και Felix Guattari αναφέρονται σε αυτό το επίπεδο ως γραμμομοριακό (molar). Σίγουρα μπορούμε να βρούμε μια άκρη πιο “αντικειμενική”, ζουμάροντας σε αυτή την τομή και σχεδιάζοντας μια γραμμή.

Καθώς μεγεθύνουμε στο όριο του αχλαδιού όμως, δεν αποκαλύπτεται μια ωραία καθαρή γραμμή – αλλά, σαν μια φράκταλ (οντολογία), η ακμή γίνεται ολοένα και πιο ασαφής. Ανακαλύπτουμε τότε ότι και άλλα πράγματα τρώνε επίσης το αχλάδι, ότι η φλούδα του είναι πορώδης, ότι οι χημικές αντιδράσεις εκρήγνυνται από μέσα της. Ανακαλύπτουμε ακόμα ότι το σώμα μας (τα χέρια) μεταφέρει αβίαστα ενέργεια με τη μορφή θερμότητας μέσα στο αχλάδι, προκαλώντας και άλλες ανεπαίσθητες χημικές μεταβολές.

Τώρα που έχουμε ζουμάρει αρκετά, οι μικροσκοπικοί μετασχηματισμοί στο αχλάδι είναι τεράστιοι. Γύρω από τη δαγκωματιά υπάρχει και σάλιο, το οποίο περιέχει το DNA μας και το οποίο αφρίζει και μετατρέπει τα σάκχαρα του αχλαδιού αντιδρώντας με το οξύ, με τα μόρια που ξεφλουδίζονται και ίπτανται στον αέρα σαν ένα σύννεφο που εισπνέεται από τη μύτη, έτσι ώστε τώρα ακόμα και το δήθεν απλό ερώτημα «πού αρχίζει και τελειώνει το φαγητό» έχει αρχίσει να θολώνει.

Μπορούμε να ονομάσουμε αυτό το πρόβλημα, πρόβλημα οριοθέτησης. Και ενώ μπορεί να σκέφτεστε ότι αυτή η ασάφεια (του αντικειμένου) είναι ουσιαστικά χωρίς νόημα (χωρίς ενδιαφέρον;), όταν οι προθέσεις και οι σκοποί μας είναι πρακτικοί, πραγματικά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στο να καθορίσουμε πού τελειώνει το αχλάδι και πού αρχίζουμε εμείς – αλλά κάνουμε μεταφυσική, και ως εκ τούτου μας ενδιαφέρει και μας προβληματίζει και, το πιο σημαντικό, μπορεί το πού αρχίζει και τελειώνει ένα αχλάδι μέσα σε ένα γεωμετρικό χώρο να μην είναι ένα ανησυχητικό πρόβλημα, αλλά το πού αρχίζει και τελειώνει ένα άτομο μέσα σε ένα πολιτικό χώρο, είναι.

Όταν απλά χρησιμοποιούμε πρακτικές τεχνικές “επισήμανσης των ορίων” δεν μας προβληματίζει ούτε το ποιος κάνει την επισήμανση αυτών των ορίων, ούτε και για ποια πρακτική λειτουργία. Επισημαίνουμε τα όρια του αχλαδιού, έτσι ώστε να μπορούμε να συντονίσουμε το δάγκωμα χωρίς να φάμε τα χέρια μας, πράγμα αρκετά προφανές. Αλλά όταν επιχειρήσουμε να επισημάνουμε το όριο σε κάτι όπως “γυναίκα / άνδρας”, “φυσιολογικό / μη φυσιολογικό”, “ λογικός / παράφρων”, “αποδεκτός / διεστραμμένος”, τότε αυτές οι οριοθετήσεις μπορεί να έχουν τεράστιες συνέπειες. Οι συνέπειες είναι δύο φορές μεγαλύτερες αν θεωρήσουμε ότι οι οριοθετήσεις είναι απλώς μια μέθοδος για τη δημιουργία περιοχών σε ένα σύννεφο με μοριακά στοιχεία που διανέμονται χαοτικά για κάποιους πρακτικούς σκοπούς (αλλά και πάλι, ποιους σκοπούς;) και στη συνέχεια αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε την οριοθέτηση ως πρότυπο, εκλαμβάνοντας λανθασμένα το χάρτη σαν έδαφος, πχ: «πρόκειται φυσικά για τη δυαδική υπόσταση των ανδρών και των γυναικών, και είναι οι μεν και οι δε, ή είστε αυτό ή είστε το άλλο, κλπ … »

Έτσι, η φράκταλ οντολογία έρχεται σε αντίθεση με τους τρόπους σκέψης που εκλαμβάνουν το χάρτη ως έδαφος και που δεν αμφισβητούν τους πολιτικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς και διοικητικούς σκοπούς για τους οποίους αυτοί οι χάρτες προορίζονται. Όποιος έχει συνειδητοποιήσει ότι μια χώρα είναι κάτι περισσότερο από γεωπολιτικές γραμμές στο χάρτη, και ότι αυτές οι γραμμές στο χάρτη σηματοδοτούν μόνο ένα συγκεκριμένο σύνολο ιδεών και όχι ένα μόνιμο γεωγραφικό χαρακτηριστικό, αυτός διαισθάνεται το πρόβλημα της οριοθέτησης.
 
 
An Introduction to a Fractal Ontology, A.T. Kingsmith (απόσπασμα)
Μετάφραση: Φλανεταριάτο
 
 
 

ΟΙ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΕΣ ΤΗΣ ΓΗΡΑΙΑΣ AVIGNON

(Αλλοιθωρίες της Παρανάγνωσης)

Οφθαλμός έξω Οφθαλμός έσω

A backdrop and a floor of converging mirrors
like broken dreams
Always with some shimmering effect
from fragments in a hat
to Coco pearls
The silver shoes – the bracelet around the ankle
Metallics so powerful
An entire dress glistened


Παραμιλάει
απ’ το ληξιαρχείο ήδη
με εγκωμιαστικές ομολογίες γέννησης
ή και θανάτου ακόμα, επαληθεύοντας αντιστρόφως
την παρτιτούρα των πλήκτρων
Παρατηρούμενο απόσπασμα το θέμα
απέναντί του
Όπου σταθεί το βλέμμα

Η ασημένια γούνα της
έσφυζε ματαιοτήτων,
συμπίλημα μιας εποχής που ήθελε
να επιζήσει-
δυο ή τριών,
ποιων όμως;
Τεχνούργημα ωραιοτήτων


Το εντοπίζει
στων δειλινών τον κρόκο έτοιμο να σπάσει
Στις φυσαλίδες ανακούφισης
Το αναπέμπουν τα δάση
Το κατακίτρινο μπαλάκι της ένδον ορατότητας
άτριχο, φαλακρό
πέφτει, σηκώνεται και ξαναπέφτει

“Glitter for methyl-something”
μα ο Giacometti είχε
δύο παγκόσμιους να σιγοβράζουν
στην μπακατέλλα σόμπα του.
New shape for the morphine girl
swell hips for no warish baby,
το 1926 μοιάζει λίγο με τα πόδια της
όπως τα δείχνουν σπασμένοι καθρέφτες
να έρχονται
ή
να φεύγουν


Είναι εκείνο το καρτούν που δείχνει
την αγωνία πριν οι απόπειρες θανάτου αποτύχουν

Hats lined up like Ladurée macaroons
in pastel colours
with a few shocks of colour green
and lilac for daylight
purple and deep blue for the evening


Όσες φορές, πίσω από πόρτες έτοιμη
να εκτοξευθεί
η τηλεσκοπική κεραία των συνάψεων
Κροταλίζει

The word “impeccable” with small hats
or hair short plastered flat to the head
A belt at the high waist
Shiny, high-heeled court shoes
As if, in a shifting, uncertain world
fashion is the one thing holding its place
The effect of an almost military precision.


Το παράδοξο ενός κόσμου μιας μόνον όψεως
διάτρητο, χωρίς καλή κι ανάποδη
Κρέμονται οι κόμποι μέσα έξω –
οι γλώσσες των παιδιών κρέμονται

“Αψεγάδιαστο σώμα”
ήταν κοινή αλληγορία
και των δύο –
ζευγάρι νοητό –
καθένας με την πλαστικότητά του
τις κοπτορραπτικές του
τις άχρονες μαχαρανές τους
Ήταν παραλλαγές
στην ίδια
στρατιωτική
διαδικασία
ακριβείας.
Το “καλόν” το επίδικο


Κι όμως σχεδόν τους προσκαλεί
να αναμετρηθούν πάνω στο κεντημένο σώμα
Όχι από αφέλεια ούτε από καλοσύνη
Από ασπλαχνία
αν είναι δυνατόν

An oasis of calm in a disruptive world
A return to source, a calm before the storm
The decoration on evening dresses coming lightly
As frills of tulle or wafting feathers
A woman’s dream
of a dance


Βαρίδια, τροχαλίες, συναρμογές
το παροτρύνουν σε γκρεμοτσάκισμα
Ανατρέχει
στη λειτουργία των συμβόλων
Παρόλο που, κατηφορίζοντας στα Τάρταρα
εκρήγνυται ο μηχανισμός

Quintessentially, comprehensibly couture
Look into the pieces and find that simple is complex
Something woven by hand
or shaped by folds
A fluff of pale pink feathers
growing from the embroidery of a sparkling bodice
A dress apparently woven with rubber


Από ποια μήκη προϊστορικών αναταράξεων
Ο δακτυλοδεικτούμενος της προσδοκίας
αποτινάσσει τον φλοιό

Spoon Woman, not as in a silver spoon
A bronze statue
with unexpected proportions


Στιχοβατεί
με υπολογισμένη πλέον έπαρση
Μια αδιόρατη κλίση της κεφαλής
στο σημείο της πυράς
Μήπως κανείς με το σκέρτσο
ξεγελάσει τη χλεύη
την τελευταία στιγμή

The silver icy calm
of the fourrure
enough to send a shiver
to
this
– not ready
not already –
glacial Epoché
 
 
 
 
Φλανεταριάτο
Γιώργος Βέλτσος
Coco Chanel
 
 
 
 

ΤΟ ΑΔΥΝΑΣΘΑΙ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ

Εάν το να υποφέρεις και το να σκέφτεσαι έχουν κοινά σημεία, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η σκέψη ή η ποίηση, δεν προέρχονται από το προφανές, αλλά από το αφανές κεκρυμμένο, από τον αγώνα αυτού που πρέπει να ειπωθεί αλλά δεν δύναται, που είναι υποχρεωμένο να σκεφτεί το καντιανού τύπου αξίωμα “Δεν μπορείς, άρα οφείλεις”. Αυτό για το οποίο δεν έχουμε λέξεις, είναι ακριβώς αυτό που έχουμε να πούμε, απαντώντας έτσι στην μόνη αναγκαιότητα, απαντώντας στο αδύνατο. Αυτό που δεν δίνει: το αδύνασθαι, είναι αυτό το ίδιο που ωθεί τη σκέψη.
“Αδύνασθαι” – η λέξη είναι του Αρτώ (μέσα από το Le Pèse-nerfs), πριν ξαναβρεθεί στην καρδιά του άρθρου του Maurice Blanchot, και που οι Derrida και Deleuze δεν το αφήνουν ανεκμετάλλευτο. Ας ανοίξουμε αυτή την σύντομη ανθολογία του αδύνατου:

Antonin Artaud: “Ένα αδύνασθαι στο να αποκρυσταλλώσεις ασυνείδητα, το σημείο αποκοπής από οποιαδήποτε βαθμίδα αυτοματισμού”¹

Maurice Blanchot: “Χαρακτηρίζεται […] από το σημείο όπου το σκέπτεσθαι είναι πάντα ήδη το να μη μπορείς να σκεφτείς ακόμα: το “αδύνασθαι”, σύμφωνα με την λέξη του Αρτώ, είναι μεν το ουσιώδες της σκέψης, αλλά παράγει από αυτήν μια εξαιρετικά επίπονη έλλειψη, μια ανεπάρκεια που ακτινοβολεί την ίδια στιγμή από αυτό το σημείο…”²

Jacques Derrida: “Το “αδύνασθαι” ένα θέμα το οποίο εμφανίζεται μέσα στο Lettres à J. Rivière του Αρτώ, ξέρουμε ότι δεν είναι μια απλή αδυναμία, ένα στείρο “δεν έχω τίποτα να πω” ή μια έλλειψη έμπνευσης. Αντιθέτως, πρόκειται για την ίδια την έμπνευση…”³

Gilles Deleuze: “Επομένως, το γεγονός ότι η σκέψη είναι αναγκασμένη να σκεφτεί, αποτελεί και την παταγώδη κατάρρευσή της, την αποτυχία της, το ίδιόν της, το φυσικό της “αδύνασθαι”, το οποίο συγχέεται με την μέγιστη δύναμη, δηλαδή με τα cogitanda, αυτές τις ασχημάτιστες δυνατότητες, όπως επίσης και με τις διαφυγές ή τις διαρρήξεις της σκέψης.⁴

Anne Bouillon, Gilles Deleuze et Antonin Artaud – l’impossibilité de penser, p.8

¹A. Artaud, Le Pèse-nerfs, p. 162
²Maurice Blanchot, Le Livre à venir, p. 53
³Jacques Derrida, L’Écriture et la différence, p. 263
⁴Gilles Deleuze, Différence et Répétition, p. 192
 
 

Antonin Artaud. Sans Titre, non daté


 
Now I know who they are
Αll of you

 
– Έρχεται νύχτα και σου χτυπάει κουδούνια
– Με μια λωρίδα μόικαν με ιριδισμούς: γεια
– Και είναι το ίδιο, έρωτας και ελευθερία
– Μία τρελή αλόγα που δεν νοιάζεται για τη ζωή της: δεν έχω σώμα δεν με νοιάζει να πεθάνω, τον θάνατο τον περιέχω. Πάνκισα ανέμελη. Και άσωστη
– Ένας παράνομος παντός καιρού, κλέφτης, διαρρήκτης, ψεύτης, μυθομανής, απατεώνας, μάγος, υπναράς, νωθρός, μέθυσος, αγενής, τρελός. Κάποιος που διαφεύγει
– Μία αλόγα, μια διαρρήκτρα με φτερά: διαπερνά τα εθιμικά cogni-data της σκέψης: αφού ένα κι ένα κάνουν δύο ας πάρω έναν υπνάκο που τα έχετε τόσο ωραία μετρήσει. Εγώ το σκάω από τις τάξεις σας
– Τίποτα δεν τον νοιάζει, δεν έχει φιλοδοξία, δεν θέλει λεφτά. Παίζει και χαίρεται. Πετάει από δω κι από κει
– Κι αν αυτό δεν γίνεται, κοιμάται, κοιμάται δεν τη νοιάζει
– Δεν τον νοιάζει, μπορεί συνεχώς να κοιμάται
– Και δυσανασχετεί όταν ξυπνάς μέσα στη νύχτα γιατί πονάει το κεφάλι σου
– Ή γιατί θέλεις να κατουρήσεις
– Δυσανασχετεί όταν διακόπτουν το χουζούρι της
– Όταν του λένε τα χιλιοειπωμένα
– Όταν της γράφουν βαρετά
– …