PHILOZOOPHIA SATIVA


H αντιληπτική γάτα.

Πού πάει η γάτα χωρίς προορισμό;
Βαδίζει ωραία στον Παραδειαλογισμό


Του Ελμπενόν η Τρέλα πια
μια double face parlé
των δυσμορφόγνωστων κακομούργνωρων


Αυτά είναι το Τρεις
καθ’ υπεροχήν
ή ήκιστα
επανακτικά
υπερζήσιμα
καταφασβέλτα


‘Kούτσικο παιγνιδάκη
Μαστοδοντέττα
της Οικου(μ)νομίας
scopique του Στράβωνα α;


Άνθος του νερού κρυπτού
σπινθηρίζει εν φυγή
πιο πολύ κι από το άπαν
πιόβροχη του αγαπάν


Φριούλη, τόπε μελλοσκωτοδεή η απειλή σου έπιασε,
η πτώση ανήκεστος, ζωωδίες Καισάρων και Τζάρων,
και όμως γυάλισε η Σελήνη του στα δόντια του.


Λουινί ο προσεγγυστής. Ένα γκρο πιάνο υπολανθάνει στις
profanes ή παρυφές της Φουλμούνης συνιστώντας ότι: Τίποτα.
Το ισωκράτημα της ώρας της εξώλης*

*Kαι όχι της Θίνγκο Ντέλα Τάρδε


Η πράγμα η πιο εύκολη
αγνίζει την επιθυμητική στιγμή
τείνει το χέρι σ’ένα μόκο
μια ζωή που παραλίγο να χαθεί*

*ενός κάποιου Sang Exubery
 

 

 

 

Advertisements

Η ΦΕΥΓΟΥΣΑ

Η Φεύγουσα

Η Φεύγουσα © L.

 

 

 ΣΤΟ ΜΠΑΡ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ

ΤΟ ΕΝΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΛΛΟ ΑΔΕΙΑ ΠΟΤΗΡΙΑ

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΕΤΟΙΜΟ ΝΑ ΑΠΟΓΕΙΩΘΕΙ

Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΤΕΡΑΣΤΙΑ

ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ

ΔΕΝ ΜΕ ΚΡΑΤΟΥΝ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ

ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΤΕΙ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΝΑ ΠΟΔΙ ΣΤΟ ΑΛΛΟ

ΚΟΣΜΟΣ

ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΥΝΑΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΕ ΟΙΚΤΟ

ΕΧΩ ΤΡΕΛΗ ΑΓΩΝΙΑ

ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΩ ΝΑ ΕΡΘΩ

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΩ

NΑ ΦΤΑΣΩ

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΑΠΟΓΕΙΩΝΕΤΑΙ

ΕΠΙΒ Ρ Α Δ Υ Ν Ο Ν Τ Α Σ ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ ΜΟΥ ΣΑΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΑΚΡΙΔΑ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΒΓΑΖΟΝΤΑΣ ΦΤΕΡΑ

ΣΤΑΜΑΤΑΩ

ΠαΡαΠΑΙΩ

ΕΝΑΣ ΣΤΥΛΟΣ ΦΥΤΡΩΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΕΙΤΟΡΙΔΑ ΜΟΥ ΩΣ ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ

ΣΤΕΡΕΩΝΟΜΑΙ

 

 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΛΗ. ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ

ΕΚΚΙΝΗΣΗ. Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

Στην “Καλής Α.Ε.”, έδρα της φημισμένης Νηματουργίας, τη στιγμή ακριβώς του μεγάλου χρονικού ρήγματος του έτους 2015, στο οποίο χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ψυχραιμία τους και μερικοί εξ αυτών και την υπόστασή τους, ο μεσήλιξ ιδιοκτήτης με τ’όνομα Ιερόνημος Καλής, κατηγορούμενος για κοινά ψυχικά εγκλήματα, στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του γραφείου του όπου κλεινόταν για μέρες και ήθελε να εξαφανιστεί. 

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ ΕΔΩ http://ypotheshkalh.tumblr.com
 

 

Ο ΕΝ ΟΜΙΛΩ ΟΜΙΛΩΝ

 

 

 

το βλέμμα έχει κοντά ποδάρια

 

 

Τους είδα. Τους είδα πάλι να καταφτάνουν.
Τους είχα δει και μια άλλη μέρα που είχα βγει με σκοπό να φτάσω στο τροφείο. Μάλλον, λίγο πιο πριν τους είχα δει με την πανοραμική όραση της άκρης του ματιού καθώς το κέντρο του εσέρνετο αμέριμνο από το λουρί της περιπλάνησής του. Ήταν σαν να μου έλεγε η ασυγκέντρωτη αυτή όραση πως έχω θρονιαστεί ήδη στο Χορειοχώρον, έχω παραγγείλει και τους έχω δει από την τζαμαρία να προσέρχονται αργοί από πολλές μεριές σταματώντας στο κέντρο της πλατείας και σαν σε ραντεβού, χωρίς όμως να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο, έφτιαξαν κύκλο συζήτησης και σαν ύστερα από συνεννόηση άρχισαν να μιλούν.

Ήξερα λοιπόν πού θα πήγαινα να μιλήσω, να πω αυτά που είχα να πω, μεταξύ άλλων. Θα έκανα συζήτηση. Κι άρχισα να βιάζομαι να τους φτάσω όλους. Με βιά εγώ με βιά κι αυτοί. Και τους έφτανα. Κεντρομόλοι, καμπυλωνόμασταν όλοι σε ένα υποθετικό κέντρο. Μόνο που η δική μου τροχιά φαίνεται έχανε μοίρες και βήματα μοιραία, σαν πιο ζικ ζακ με πήγαινε παρά σαν καμπύλωμα στον χώρο. Έμπλεκε το βλέμμα μες στα πόδια μου κι έφτανα απόμακρος. Πλάνη και περιπλάνηση ἔσονται οἱ δύο εἰς βάρκα μίαν.
Τους έφτασα κι είπα ν’ αρχίσω κι εγώ να μιλάω, βιαζόμουν να πω και μες τη βιασύνη μου ξεχνούσα όλο τι είχα που να έπρεπε να το πω …

Και ξεχάστηκα εκεί, στη στάση του να θες να πεις. Αυτό το ξιπασμένο “θέλω να πω” έχει μια φούρια που σχεδόν πάντα σε ξεχνάει στην ουρά και περιμένεις να φωνάξει τον αριθμό σου και ακούς αυτά που ήθελες να πεις να λένε άλλα και δώστου να αυξάνει η ουρά και δώστου να ξεχνιούνται όλα. Η πιο μεγάλη συμφορά του ανθρωπίνου είδους, του πιο ανθρωπινότερου. Κι αυτό ασταμάτητα.
Και είχα τόσα να τους πω αλλά από το στόμα μου δεν έλαβε καταφαγείν ουδείς.
Θα επέστρεφα. Ξανά. Την άλλη μέρα.
Κι αν μου έλεγαν … θα τους έλεγα … και θα λέω έτσι και αυτά και άλλα κατά το πού θα πάει η συζήτηση.

Μα αυτοί -την άλλη μέρα- βιάστηκαν να φύγουν και μάλλον εγώ βιάστηκα να έρθω. Θα μπορούσα πιο αργά επειγόμενος να έφτανα αύριο πάλι εδώ και να τους έβρισκα από την αρχή. Μου φαίνεται δύσκολο να πετύχεις με ακρίβεια αυτή την χρονορρύθμιση γιατί ακόμη και με καθυστέρηση ή πλοήγηση ενός δευτερολέπτου, θα υπήρχε αντίλαλος.

Α ρε ψεύτικοι! Ψέματα όλα!…φώναξα μια στιγμή και τσίμπησα έναν διπλανό να δω αν είναι από χαρτόνι ή πραγματικός πλησίον.

Ύστερα έβρεξε μέχρι το πρωί. Όταν θα έρχονταν πάλι θα με εύρισκαν εκεί καρτερικό, ολονύχτιο, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και θα είχαν έτσι μια επιπλέον έκπληξη που θα ήμουν ανάμεσά τους τόσο μοναδικός, τόσο ανθρώπινος!

 

 

 

ΣΚΥΡΙΑΝΟ ΡΙΖΩΜΑ

Αφηγητής: Το καλοκαίρι του 1980 οι Ντελέζ και Γκαταρί πάτησαν στη Σκύρο, απ’ όπου και το φωτογραφικό στιγμιότυπο. Ινκόγκνιτο φιλόσοφοι, κατάσκοποι σπάνιων ριζωμάτων, τουρίστες, σχολιαστές ανεπίκαιρων ειδήσεων απορροφημένοι από το ντόπιο θέαμα, σχεδόν ευτυχείς.

Ζ.Ν.: Απ’ την αρχή, βγαίνοντας έξω σε τσακώνει. Πλέγμα από αλάτι και ζεστό αέρα. Το αλάτι διαμορφώνει, στερεώνει σαν γάζα. Ένας γυναικείος κώλος γίνεται λαγήνι. Τα γοφιά τετράγωνα σαν τα φορτώματα του γαϊδάρου. Χεχ. Ευλογημένη πολυμορφία, πανουργία του μικροκλίματος. Όσο τη σκαπουλάρουν τα πλάσματα από το μέτρον άριστον του κεντρικού ιερατείου, θα ρέει το πράγμα. Έως πότε; Έως πάντα;

Κοριτσάκι: Να τους έχει μιλήσει ο μπαμπάς; Γκουντμόρνινγκ μίστερ, κόφι; κόφι; ρεζίλι. Θα τρέξω γρήγορα και θα κάνω υπόκλιση. Ύστερα θα πω. Στα γρήγορα: Je m’ appelle Eulalie. La vie ici, est très difficile pour une jeune fille. Prenez moi avec vous a Paris. Je vous en prie. Je vais faire la vaisselle pour vous. Θα πουν oui biensur, θα με ζητήσουν από τον μπαμπά και θα φύγουμε.

Γυναίκα με πλούσια τα ελέη: Μέχρι ν’ ανοίξουν το στόμα τους άντε να καταλάβεις τι είναι. Γάλλοι; Άντρες. Καραμπίνες όρθιες. Κοιτάνε και χαζογελάνε. Τι κοιτάτε; Την ομορφιά μου και τα πλούτια μου για σας νομίζετε τα έχω; Παλιορεμπεσκέδες, φλώροι! Μην είναι και ντιγκιντάγκες λέω…

Αφηγητής: Στα ξένα αυτιά οι φωνές των ντόπιων ηχούν υγράλατες. Φωνήεντα με γρέζια. Ακολουθία με κόμπους. Τριξίματα βάρκας. Σήματα μόρς από περιστολή του ήλιου. Σαν, σαν, σαν: οι μεταφορές αγωνίζονται να εξοικειώσουν τον αναγνώστη, ο παρόντας αδιαφορεί και λιάζεται. Η εικόνα των ερεθισμάτων αναδύεται και λάμπει αμετάφραστη.

Φ. Γ.: Πώς να την πείσει κανείς ότι αυτές οι μαύρες, μεταξένιες τρίχες στα χέρια της είναι ωραίες; “Οτιδήποτε διαφέρει από το ολοένα εξομοιούμενο, οτιδήποτε κινδυνεύει να χαθεί, είναι αξιαγάπητο γλυκιά μου. Κι η κίνηση να κρύψεις τα χέρια σου μέσα στο μανίκι, αξιαγάπητη κι αυτή… ”

Κοριτσάκι: Μαμάκα μου θα χύσω τους καφέδες.

Καφετζής: Ρε συ Λάμπρο; Αυτοί, τι; (ρωτάει με το χέρι του)
Λάμπρος: (με το χέρι κι αυτός) Τι τι;
Καφετζής: Τι καπνό φουμάρουν.
Λάμπρος: (με το χέρι) Ώ χού…άσε ρε.

Φ.Γ.: Μας ντρέπεται επειδή είμαστε βόρειοι. Δεν ξέρει ότι και η Γαλλία βρίσκεται στην περιφέρεια ενός άλλου κύκλου… Είμαστε όλοι μαύροι, που έλεγε κι ο Μπάλντουιν. Λευκό είναι μόνο το χρώμα της εξουσίας.

Ζ.Ν.: Το λίκνισμα του ήλιου στην επιφάνεια, το σκαμπανέβασμα των καϊκιών πίσω απ’ τις μαύρες φιγούρες, οι θεατρινίστικες χειρονομίες τους. Μας βλέπουν. Βλέπουν ότι τους βλέπουμε. Κάτω από αυτό το χυδαίο φως είμαστε ταυτόχρονα κοινό και νούμερα του βαριετέ. Παίζουμε όλοι τους Ευρωπαίους. Οι γυναίκες, σε δεύτερο επίπεδο, παίζουν και τις γυναίκες. Έχουν στηθεί και λειτουργούν πλατώ αναρίθμητα.

Κοριτσάκι: Θα με έχουν κοριτσάκι τους. Θα με κοιτάζουν ρομαντικά, αμίλητοι. Θα γίνομαι όμορφη. Κάθε μέρα πιο ξανθιά. Η κούκλα Νιόβη στο χέρι μου, το χέρι μου ακουμπισμένο στην κουπαστή. Ο αέρας θα ανακατώνει και τα δικά μου μαλλιά.

Αφηγητής: Στο κέντρο του ανεμοστρόβιλου των αισθητών κυριαρχεί μια αυτοκρατορική γαλήνη· σαν να’ναι παιχνίδι της όλα· ή σαν η Άνοιξη να είναι αυτό ακριβώς το πράγμα· διάνοιξη στη ζωή: να συλλαμβάνεις τις μικρολογίες της· και ο χώρος διαστέλλεται, όχι μόνο ο χρόνος· “ωραίες καμπύλες”

(Περνάει η Άνοιξη με γρήγορο βήμα και το τσιτάκι της κυμματίζει επί δικαίων και αδίκων. Εκόντες- άκοντες, όλοι και όλες και όλα γυρίζουν. Μπαίνει σε έναν φούρνο).

Φ.Γ.: Έι Ζιλ;…. Τι κοιτάς ρε συ τόση ώρα;
Ζ.Ν.: Τι;
Φ.Γ.: … Τίποτα.
Ζ.Ν.: Τι;
Φ.Γ.: Τίποτα. Είναι ένας φιλοσοφικός διάλογος που μ’ αρέσει.
Ζ.Ν.: Ποιος;
Φ.Γ.: “- Ε, Σωκράτη; – Τι; – Τίποτα.”

Γυναίκα με πλούσια τα ελέη: Ο φαλακρός αδιαφορεί. Είναι υπεράνω της αρεσκείας μας, πφ… Ενώ ο άλλος, με τα λακκάκια… είναι πιο ευαίσθητος, έχει μια ευγένεια. Μην είναι Ιταλός;

Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος: Συγνώμη, έχετε ώρα εδώ;
Φ.Γ.: Όχι, είμαστε Γάλλοι.

(Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος και την ψαχουλεύει κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο).

Αφηγητής: Ε, τι;
Φ.Γ.: Τίποτα. Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος και την ψαχουλεύει κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο.

Ζ.Ν.: Μήπως θα έπρεπε να μιλάμε κι εμείς σαν μικρά κορίτσια, au conditionnel? Θα είχαμε συναντηθεί στο Παρίσι…
Φ.Γ.: … στη Σκύρο…
Ζ.Ν.: … Ναι, … θα είχε συμβεί αυτό, εκείνο …
Φ.Γ.: Ναι, και να διαφεύγει η ομιλία απ’ όλες τις άκρες.

Πλανώδιος πωλητής: Κεντήματα … εργόχειρα … έχω … σουβενίιρ …

Φ.Γ.: Ζιλ, δες! Μια διπλή ροδιά! Και το μπαγασάκι! Μοιάζει με αρθρόποδο. Τέσσερα πόδια, αυτιά ποντικιού …
Ζ.Ν.: … Γίγνεσθαι ζώο,
Φ.Γ.: … Visagéité, τα μεσαία πόδια απολήγουν σε άνθη, πάλι άνθη, αέναη ανθοφορία. Μια φιλοσοφία της ζωής γραμμένη με βελόνα που κάνει ζιγκ-ζακ στην επιφάνεια· μίτωση επανάληψη διπλασιασμός πιέτες σάβανα νεκροπαπλώματα διπλή άρθρωση θανατοζωή το μοτίβο της ζωής μια διαρκής άνοιξη μια τρέλα που θέλει να καταλάβει όλο τον χώρο μια άνοιξη που δεν περνάει…

Ζ.Ν.: Πλέκουν και τα virtual μέρη ενός πλοίου μαζί με τα actual χαρακτηριστικά του.

Ζ.Ν.: Γιατί μόνο εδώ, στη Σκύρο; Γιατί δεν σκόρπισε στα γύρω νησιά.
Φ.Γ.: Λέω ότι μεταφυτεύτηκαν από την έρημο.
Z.N.: Ίσως νομάδες που αποφάσισαν να ριζώσουν. Κωδικώνουν ασταμάτητα. Το έδαφος, τα ξύλα, τα πανιά, τον άνεμο που τους μετέφερε.

Θαμών από μέσα: Χαχαχαχαχα!

Κοριτσάκι: Μεσιέ; Je m’ appelle Eulalie. Je vous en prie. Je vais faire les versailles pour vous. … Ωχ, σκατά τα’ κανα.

Αφηγητής: Ο θόρυβος από την κουζίνα ένα ακόμη ρεύμα, συμπαρασύρει τα απόνερα λόγια της σάλας και βγαίνει να μπλέξει σε μπελάδες την πρωία. Ενώ ο έξω, απλός σαν ένα ακόμη σκυριανό άλογο, μικρό και pittoresque…

 

Η ΑΝΝΑ, Η ΧΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ

 

Άννα: Είδα όνειρο, άκου: Είχα πάει να πουλήσω το πιάνο. Είχε πει ότι το θέλει ένας υψηλόβαθμος της τράπεζας. Δηλαδή όχι το δικό μου πιάνο, ένα πιάνο… Μου είπε να το πάω στα γραφεία τους. Στεναχωριόμουν λίγο που θα το χάσω αλλά σκεφτόμουν τα λεφτά, διακόσιες χιλιάδες Χάνα!…

Χάνα: Διακόσιες χιλιάδες ευρώ;;;

Άννα: Λες; Πολλά δεν είναι για ένα πιάνο; Δραχμές ίσως… Τέλος πάντων έφτασα στα γραφεία και πάρκαρα το πιάνο σε μια γωνιά. Έψαχνα κάποιον να το παραδώσω αλλά δεν υπήρχε κανείς. Το δωμάτιο ήταν τεράστιο και άδειο.
Άνοιγα τα ηλεκτρικά κουτιά στον τοίχο, τους πίνακες με τις ασφάλειες και ρωτούσα: “Είναι κανείς εδώ;”

Χάνα: Ε, για το πιάνο ήρθα… Μην κρύβεστε εκεί μέσα!… (γέλια)

Άννα: Εσείς εκεί, πίσω από την ασφάλεια του θερμοσίφωνα! Για ελάτε! (ξεκαρδίζονται)

Άννα: (Σοβαρή ξανά). Μετά από λίγο εμφανίστηκε κάποιος και άρχισε να διαμαρτύρεται ότι δεν είναι δουλειά του η παραλαβή του πιάνου, ότι δεν υπάρχει άλλος αρμόδιος και ότι δεν γίνεται να το αφήσω εκεί. Πήρα το πιάνο μου κι έφυγα.
Έξω από το κτίριο απέραντοι κήποι με μισοβυθισμένα χόρτα σε νερό, στο χρώμα του σκοταδιού. Οδηγούσα το πιάνο προσεκτικά από τα χωμάτινα περάσματα.

Χάνα: Οδηγούσες;

Άννα: Ναι, από μέσα, το είχα κάνει αυτοκίνητο. Αλλά, σε μια γωνία δεν έστριψα καλά και το πόδι του πιάνου βρέθηκε εκτός δρόμου, σε πισίνα γεμάτη λάσπη και χόρτα.
Γείραμε κι αρχίσαμε να βυθιζόμαστε. Σε αργή κίνηση. Μου έκανε εντύπωση που δεν ένιωσα κρύο ούτε και αηδία από την επαφή μου με το νερό αν και είχα βουλιάξει ως τη μέση. Το πιάνο με τραβούσε στο βυθό. Αντέδρασα ακαριαία.
Άνοιξα το καπάκι για να βγω, αλλά τα πόδια μου είχαν παγιδευτεί στις χορδές. Δεν ήθελα να το αφήσω να βυθιστεί, ήξερα ότι αν ξέμπλεκα θα το έχανα για πάντα. Όμως από ένστικτο άρχισα να κλωτσάω.

Χάνα: Η αγωνία του ονειροθεατή στα ύψη!

Άννα: Τελικά το άφησα και βγήκα…

Χάνα: Μπράβοοοο! (χτυπάει παλαμάκια)

Άννα: Ναι μπράβο, σώθηκα… Αλλά έμεινα χωρίς πιάνο. Σκεφτόμουν, τι θα πουλήσω τώρα στον άνθρωπο που το υποσχέθηκα; Σαν να μην το έκανα για τα λεφτά, αλλά για την εξυπηρέτηση.

Χάνα: Για να εξυπηρετήσεις αυτόν; Τον υψηλόβαθμο της τράπεζας; Δεν πας καλά Άννα.

Άννα: Ναι, ντράπηκα για την ανευθυνότητά μου, που πήγα κι έπεσα στον βούρκο. Δεν μου άξιζε το πιάνο. Και χωρίς το πιάνο είμαι ένα τίποτα. Χάνα δεν είμαι καλά!

Χάνα: Με το πιάνο είσαι τίποτα. Εσύ μέσα στο πιάνο και το πιάνο μέσα σ΄εσένα. Μια ενσωματωμένη υποχρέωση. Μην το τάζεις σε κανένα. Ξεχρέωσέ το επιτέλους, είναι δωρεάν.

ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ 2 ΩΡΕΣ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ.

Άννα: (πετάγεται σαν να την τσίμπησε μύγα) Το πιάνο είναι το ευρωπαϊκό μπαούλο. Είναι ο διαφωτισμός. Ο δυτικός πολιτισμός. Η λευκή κουλτούρα. Κανένας άλλος πολιτισμός δεν έφτασε ως το πιάνο!

Χάνα: Κυριαρχικό όργανο. Ο βασιλέας των οργάνων σου λέει, το λιοντάρι.

Άννα: Μάλιστα. Ανώτερο κι απ’ το λιοντάρι, άνθρωπος! Γιατί αν τα βιολιά είναι ο άνεμος, τα τύμπανα οι κεραυνοί, το φλάουτο πουλιά κλπ. κλπ., το πιάνο είναι ο άνθρωπος! Δεν υπάρχει μίμηση φύσης στο πιάνο.

Χάνα: Μμμ, είναι αμετακίνητο, μνημειώδες. Δεν σπάει, δεν λυγάει η κάθε του νότα.

Άννα: Δεν πάει πουθενά, δεν αλλάζει, είναι η νόρμα. Οι νόμοι. Ο πολιτισμός αφ’ εαυτού του.

Χάνα: (κοροϊδευτικά) Και τίτλος αφηρημένης ευγενείας: “Α έχετε και πιάνο!”

Άννα: Όποιος μαθαίνει πιάνο δεν μαθαίνει ένα όργανο. Μαθαίνει κανόνες, τρόπους, σαβουάρ βιβρ, πειθαρχία και ελιγμό. Εναλλακτικά, αντί για πιάνο δεν διαλέγει κανείς κιθάρα πχ. ή σαξόφωνο. Διαλέγει μπαλέτο ή γαλλικά του σαλονιού. Διαλέγει νομική. Διπλωματία. Πάει στα κυβερνητικά κλιμάκια, δίπλα στους νόμους και τα συντάγματα. Το πιάνο είναι τελειωμένη τέχνη. Μουσειακή επιστήμη! Για τον καλλιτέχνη, το πιάνο είναι αφόρητο. Πρέπει να το διαλύσει με σφυριά. Μόνο έτσι μπορεί να ακούσει την κοιλιά του να κλαίει επιτέλους.

Χάνα: Να σπάει σε λυγμούς ελευθερωτικούς, να γίνεται όμποε και βιόλα…

Άννα: Αυτό, το βρωμόπραμα, που είναι πάντα καλύτερο από τον άνθρωπο επειδή είναι άτεγκτο… είναι κούκλα, ρομπότ, άψυχο, ψεύτικο. Το πιάνο είναι μια εκφωνήτρια ειδήσεων!

Χάνα: Ο Ηγέτης που μιλά από τα μεγάφωνα!

Άννα: Ένας φασίστας που ασκεί τον έλεγχο στα πάντα… Θέλει σπάσιμο, διάλυση, πριόνισμα, φόκο!!!

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΛΕΠΤΗ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ

Άννα: Το πιάνο μου θυμίζει ότι δεν γεννήθηκα ευρωπαία… Ευτυχώς που δεν έγινα πιάνο Χάνα!

Χάνα: Ευτυχώς! Είδες; Ένα όνειρο αφηγείται ολόκληρο τον κόσμο, έτσι όπως τον ζει αυτός που ονειρεύεται, σαν ένα ντοκυμαντέρ! Ο κόσμος σαν όνειρα, σαν αλλεπάλληλα κινηματογραφικά πλατώ. Mille plateaux! Σενάριο – σκηνοθεσία Άννα…

Άννα: Και, Χάνα…
Μάθιου, (βάζει το youtube) παίξε πάλι εκείνο το ωραίο κομμάτι σου στο πιάνο…

Γέλια.