Man Carrying Thing / deleuzian chirps

 
 
Frr, Frr
deleuzian chirps

A bird launches into its refrain. All of music is pervaded by bird songs, in a thousand different ways, from Jannequin to Messiaen. Frr, Frr. Music is pervaded by childhood blocks, by blocks of femininity. Music is pervaded by every minority, and yet composes an immense power. Children’s, women’s, ethnic, and territorial refrains, refrains of love and destruction: the birth of rhythm.

Singing or composing, painting, writing have no other aim: to unleash these becomings. Especially music; music is traversed by a becoming-woman, becoming-child, and not only at the level of themes and motifs: the little refrain, children’s games and dances, childhood scenes. Instrumentation and orchestration are permeated by becomings-animal, above all becomings-bird, but many others besides.

Birds are still just as important, yet the reign of birds seems to have been replaced by the age of insects, with its much more molecular vibrations, chirring, rustling, buzzing, clicking, scratching, and scraping. Birds are vocal, but insects are instrumental: drums and violins, guitars and cymbals. A becoming-insect has replaced becoming-bird, or forms a block with it. The insect is closer, better able to make audible the truth that all becomings are m o l e c u l a r.
 
 
 
poem, Wallace Stevens, Man Carrying Thing
recitation, Benjamin D. Hagen
music / video, flâneutariat
text, Gilles Deleuze, Becoming-Intense, Becoming-Animal, Becoming-Imperceptible
 
 
 
 

Advertisements

un acte de résistance


 
 

 
 
 
 
ποίημα: lailapse
φωνή: Ζιλ Ντελέζ, Qu’est-ce que l’acte de création ?, 17/05/1987
μουσική: φλανεταριάτο
 
 
 
 

PHILOZOOPHIA SATIVA


H αντιληπτική γάτα.

Πού πάει η γάτα χωρίς προορισμό;
Βαδίζει ωραία στον Παραδειαλογισμό


Του Ελμπενόν η Τρέλα πια
μια double face parlé
των δυσμορφόγνωστων κακομούργνωρων


Αυτά είναι το Τρεις
καθ’ υπεροχήν
ή ήκιστα
επανακτικά
υπερζήσιμα
καταφασβέλτα


‘Kούτσικο παιγνιδάκη
Μαστοδοντέττα
της Οικου(μ)νομίας
scopique του Στράβωνα α;


Άνθος του νερού κρυπτού
σπινθηρίζει εν φυγή
πιο πολύ κι από το άπαν
πιόβροχη του αγαπάν


Φριούλη, τόπε μελλοσκωτοδεή η απειλή σου έπιασε,
η πτώση ανήκεστος, ζωωδίες Καισάρων και Τζάρων,
και όμως γυάλισε η Σελήνη του στα δόντια του.


Λουινί ο προσεγγυστής. Ένα γκρο πιάνο υπολανθάνει στις
profanes ή παρυφές της Φουλμούνης συνιστώντας ότι: Τίποτα.
Το ισωκράτημα της ώρας της εξώλης*

*Kαι όχι της Θίνγκο Ντέλα Τάρδε


Η πράγμα η πιο εύκολη
αγνίζει την επιθυμητική στιγμή
τείνει το χέρι σ’ένα μόκο
μια ζωή που παραλίγο να χαθεί*

*ενός κάποιου Sang Exubery
 

 

 

 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΛΗ. ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ

ΕΚΚΙΝΗΣΗ. Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

Στην “Καλής Α.Ε.”, έδρα της φημισμένης Νηματουργίας, τη στιγμή ακριβώς του μεγάλου χρονικού ρήγματος του έτους 2015, στο οποίο χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ψυχραιμία τους και μερικοί εξ αυτών και την υπόστασή τους, ο μεσήλιξ ιδιοκτήτης με τ’όνομα Ιερόνημος Καλής, κατηγορούμενος για κοινά ψυχικά εγκλήματα, στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του γραφείου του όπου κλεινόταν για μέρες και ήθελε να εξαφανιστεί. 

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ ΕΔΩ http://ypotheshkalh.tumblr.com
 

 

Ο ΕΝ ΟΜΙΛΩ ΟΜΙΛΩΝ

 

 

 

το βλέμμα έχει κοντά ποδάρια

 

 

Τους είδα. Τους είδα πάλι να καταφτάνουν.
Τους είχα δει και μια άλλη μέρα που είχα βγει με σκοπό να φτάσω στο τροφείο. Μάλλον, λίγο πιο πριν τους είχα δει με την πανοραμική όραση της άκρης του ματιού καθώς το κέντρο του εσέρνετο αμέριμνο από το λουρί της περιπλάνησής του. Ήταν σαν να μου έλεγε η ασυγκέντρωτη αυτή όραση πως έχω θρονιαστεί ήδη στο Χορειοχώρον, έχω παραγγείλει και τους έχω δει από την τζαμαρία να προσέρχονται αργοί από πολλές μεριές σταματώντας στο κέντρο της πλατείας και σαν σε ραντεβού, χωρίς όμως να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο, έφτιαξαν κύκλο συζήτησης και σαν ύστερα από συνεννόηση άρχισαν να μιλούν.

Ήξερα λοιπόν πού θα πήγαινα να μιλήσω, να πω αυτά που είχα να πω, μεταξύ άλλων. Θα έκανα συζήτηση. Κι άρχισα να βιάζομαι να τους φτάσω όλους. Με βιά εγώ με βιά κι αυτοί. Και τους έφτανα. Κεντρομόλοι, καμπυλωνόμασταν όλοι σε ένα υποθετικό κέντρο. Μόνο που η δική μου τροχιά φαίνεται έχανε μοίρες και βήματα μοιραία, σαν πιο ζικ ζακ με πήγαινε παρά σαν καμπύλωμα στον χώρο. Έμπλεκε το βλέμμα μες στα πόδια μου κι έφτανα απόμακρος. Πλάνη και περιπλάνηση ἔσονται οἱ δύο εἰς βάρκα μίαν.
Τους έφτασα κι είπα ν’ αρχίσω κι εγώ να μιλάω, βιαζόμουν να πω και μες τη βιασύνη μου ξεχνούσα όλο τι είχα που να έπρεπε να το πω …

Και ξεχάστηκα εκεί, στη στάση του να θες να πεις. Αυτό το ξιπασμένο “θέλω να πω” έχει μια φούρια που σχεδόν πάντα σε ξεχνάει στην ουρά και περιμένεις να φωνάξει τον αριθμό σου και ακούς αυτά που ήθελες να πεις να λένε άλλα και δώστου να αυξάνει η ουρά και δώστου να ξεχνιούνται όλα. Η πιο μεγάλη συμφορά του ανθρωπίνου είδους, του πιο ανθρωπινότερου. Κι αυτό ασταμάτητα.
Και είχα τόσα να τους πω αλλά από το στόμα μου δεν έλαβε καταφαγείν ουδείς.
Θα επέστρεφα. Ξανά. Την άλλη μέρα.
Κι αν μου έλεγαν … θα τους έλεγα … και θα λέω έτσι και αυτά και άλλα κατά το πού θα πάει η συζήτηση.

Μα αυτοί -την άλλη μέρα- βιάστηκαν να φύγουν και μάλλον εγώ βιάστηκα να έρθω. Θα μπορούσα πιο αργά επειγόμενος να έφτανα αύριο πάλι εδώ και να τους έβρισκα από την αρχή. Μου φαίνεται δύσκολο να πετύχεις με ακρίβεια αυτή την χρονορρύθμιση γιατί ακόμη και με καθυστέρηση ή πλοήγηση ενός δευτερολέπτου, θα υπήρχε αντίλαλος.

Α ρε ψεύτικοι! Ψέματα όλα!…φώναξα μια στιγμή και τσίμπησα έναν διπλανό να δω αν είναι από χαρτόνι ή πραγματικός πλησίον.

Ύστερα έβρεξε μέχρι το πρωί. Όταν θα έρχονταν πάλι θα με εύρισκαν εκεί καρτερικό, ολονύχτιο, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο και θα είχαν έτσι μια επιπλέον έκπληξη που θα ήμουν ανάμεσά τους τόσο μοναδικός, τόσο ανθρώπινος!

 

 

 

ΣΚΥΡΙΑΝΟ ΡΙΖΩΜΑ

Αφηγητής: Το καλοκαίρι του 1980 οι Ντελέζ και Γκαταρί πάτησαν στη Σκύρο, απ’ όπου και το φωτογραφικό στιγμιότυπο. Ινκόγκνιτο φιλόσοφοι, κατάσκοποι σπάνιων ριζωμάτων, τουρίστες, σχολιαστές ανεπίκαιρων ειδήσεων απορροφημένοι από το ντόπιο θέαμα, σχεδόν ευτυχείς.

Ζ.Ν.: Απ’ την αρχή, βγαίνοντας έξω σε τσακώνει. Πλέγμα από αλάτι και ζεστό αέρα. Το αλάτι διαμορφώνει, στερεώνει σαν γάζα. Ένας γυναικείος κώλος γίνεται λαγήνι. Τα γοφιά τετράγωνα σαν τα φορτώματα του γαϊδάρου. Χεχ. Ευλογημένη πολυμορφία, πανουργία του μικροκλίματος. Όσο τη σκαπουλάρουν τα πλάσματα από το μέτρον άριστον του κεντρικού ιερατείου, θα ρέει το πράγμα. Έως πότε; Έως πάντα;

Κοριτσάκι: Να τους έχει μιλήσει ο μπαμπάς; Γκουντμόρνινγκ μίστερ, κόφι; κόφι; ρεζίλι. Θα τρέξω γρήγορα και θα κάνω υπόκλιση. Ύστερα θα πω. Στα γρήγορα: Je m’ appelle Eulalie. La vie ici, est très difficile pour une jeune fille. Prenez moi avec vous a Paris. Je vous en prie. Je vais faire la vaisselle pour vous. Θα πουν oui biensur, θα με ζητήσουν από τον μπαμπά και θα φύγουμε.

Γυναίκα με πλούσια τα ελέη: Μέχρι ν’ ανοίξουν το στόμα τους άντε να καταλάβεις τι είναι. Γάλλοι; Άντρες. Καραμπίνες όρθιες. Κοιτάνε και χαζογελάνε. Τι κοιτάτε; Την ομορφιά μου και τα πλούτια μου για σας νομίζετε τα έχω; Παλιορεμπεσκέδες, φλώροι! Μην είναι και ντιγκιντάγκες λέω…

Αφηγητής: Στα ξένα αυτιά οι φωνές των ντόπιων ηχούν υγράλατες. Φωνήεντα με γρέζια. Ακολουθία με κόμπους. Τριξίματα βάρκας. Σήματα μόρς από περιστολή του ήλιου. Σαν, σαν, σαν: οι μεταφορές αγωνίζονται να εξοικειώσουν τον αναγνώστη, ο παρόντας αδιαφορεί και λιάζεται. Η εικόνα των ερεθισμάτων αναδύεται και λάμπει αμετάφραστη.

Φ. Γ.: Πώς να την πείσει κανείς ότι αυτές οι μαύρες, μεταξένιες τρίχες στα χέρια της είναι ωραίες; “Οτιδήποτε διαφέρει από το ολοένα εξομοιούμενο, οτιδήποτε κινδυνεύει να χαθεί, είναι αξιαγάπητο γλυκιά μου. Κι η κίνηση να κρύψεις τα χέρια σου μέσα στο μανίκι, αξιαγάπητη κι αυτή… ”

Κοριτσάκι: Μαμάκα μου θα χύσω τους καφέδες.

Καφετζής: Ρε συ Λάμπρο; Αυτοί, τι; (ρωτάει με το χέρι του)
Λάμπρος: (με το χέρι κι αυτός) Τι τι;
Καφετζής: Τι καπνό φουμάρουν.
Λάμπρος: (με το χέρι) Ώ χού…άσε ρε.

Φ.Γ.: Μας ντρέπεται επειδή είμαστε βόρειοι. Δεν ξέρει ότι και η Γαλλία βρίσκεται στην περιφέρεια ενός άλλου κύκλου… Είμαστε όλοι μαύροι, που έλεγε κι ο Μπάλντουιν. Λευκό είναι μόνο το χρώμα της εξουσίας.

Ζ.Ν.: Το λίκνισμα του ήλιου στην επιφάνεια, το σκαμπανέβασμα των καϊκιών πίσω απ’ τις μαύρες φιγούρες, οι θεατρινίστικες χειρονομίες τους. Μας βλέπουν. Βλέπουν ότι τους βλέπουμε. Κάτω από αυτό το χυδαίο φως είμαστε ταυτόχρονα κοινό και νούμερα του βαριετέ. Παίζουμε όλοι τους Ευρωπαίους. Οι γυναίκες, σε δεύτερο επίπεδο, παίζουν και τις γυναίκες. Έχουν στηθεί και λειτουργούν πλατώ αναρίθμητα.

Κοριτσάκι: Θα με έχουν κοριτσάκι τους. Θα με κοιτάζουν ρομαντικά, αμίλητοι. Θα γίνομαι όμορφη. Κάθε μέρα πιο ξανθιά. Η κούκλα Νιόβη στο χέρι μου, το χέρι μου ακουμπισμένο στην κουπαστή. Ο αέρας θα ανακατώνει και τα δικά μου μαλλιά.

Αφηγητής: Στο κέντρο του ανεμοστρόβιλου των αισθητών κυριαρχεί μια αυτοκρατορική γαλήνη· σαν να’ναι παιχνίδι της όλα· ή σαν η Άνοιξη να είναι αυτό ακριβώς το πράγμα· διάνοιξη στη ζωή: να συλλαμβάνεις τις μικρολογίες της· και ο χώρος διαστέλλεται, όχι μόνο ο χρόνος· “ωραίες καμπύλες”

(Περνάει η Άνοιξη με γρήγορο βήμα και το τσιτάκι της κυμματίζει επί δικαίων και αδίκων. Εκόντες- άκοντες, όλοι και όλες και όλα γυρίζουν. Μπαίνει σε έναν φούρνο).

Φ.Γ.: Έι Ζιλ;…. Τι κοιτάς ρε συ τόση ώρα;
Ζ.Ν.: Τι;
Φ.Γ.: … Τίποτα.
Ζ.Ν.: Τι;
Φ.Γ.: Τίποτα. Είναι ένας φιλοσοφικός διάλογος που μ’ αρέσει.
Ζ.Ν.: Ποιος;
Φ.Γ.: “- Ε, Σωκράτη; – Τι; – Τίποτα.”

Γυναίκα με πλούσια τα ελέη: Ο φαλακρός αδιαφορεί. Είναι υπεράνω της αρεσκείας μας, πφ… Ενώ ο άλλος, με τα λακκάκια… είναι πιο ευαίσθητος, έχει μια ευγένεια. Μην είναι Ιταλός;

Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος: Συγνώμη, έχετε ώρα εδώ;
Φ.Γ.: Όχι, είμαστε Γάλλοι.

(Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος και την ψαχουλεύει κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο).

Αφηγητής: Ε, τι;
Φ.Γ.: Τίποτα. Κύριος που κάθεται πίσω τους με σακούλα Λαμπρόπουλος και την ψαχουλεύει κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο.

Ζ.Ν.: Μήπως θα έπρεπε να μιλάμε κι εμείς σαν μικρά κορίτσια, au conditionnel? Θα είχαμε συναντηθεί στο Παρίσι…
Φ.Γ.: … στη Σκύρο…
Ζ.Ν.: … Ναι, … θα είχε συμβεί αυτό, εκείνο …
Φ.Γ.: Ναι, και να διαφεύγει η ομιλία απ’ όλες τις άκρες.

Πλανώδιος πωλητής: Κεντήματα … εργόχειρα … έχω … σουβενίιρ …

Φ.Γ.: Ζιλ, δες! Μια διπλή ροδιά! Και το μπαγασάκι! Μοιάζει με αρθρόποδο. Τέσσερα πόδια, αυτιά ποντικιού …
Ζ.Ν.: … Γίγνεσθαι ζώο,
Φ.Γ.: … Visagéité, τα μεσαία πόδια απολήγουν σε άνθη, πάλι άνθη, αέναη ανθοφορία. Μια φιλοσοφία της ζωής γραμμένη με βελόνα που κάνει ζιγκ-ζακ στην επιφάνεια· μίτωση επανάληψη διπλασιασμός πιέτες σάβανα νεκροπαπλώματα διπλή άρθρωση θανατοζωή το μοτίβο της ζωής μια διαρκής άνοιξη μια τρέλα που θέλει να καταλάβει όλο τον χώρο μια άνοιξη που δεν περνάει…

Ζ.Ν.: Πλέκουν και τα virtual μέρη ενός πλοίου μαζί με τα actual χαρακτηριστικά του.

Ζ.Ν.: Γιατί μόνο εδώ, στη Σκύρο; Γιατί δεν σκόρπισε στα γύρω νησιά.
Φ.Γ.: Λέω ότι μεταφυτεύτηκαν από την έρημο.
Z.N.: Ίσως νομάδες που αποφάσισαν να ριζώσουν. Κωδικώνουν ασταμάτητα. Το έδαφος, τα ξύλα, τα πανιά, τον άνεμο που τους μετέφερε.

Θαμών από μέσα: Χαχαχαχαχα!

Κοριτσάκι: Μεσιέ; Je m’ appelle Eulalie. Je vous en prie. Je vais faire les versailles pour vous. … Ωχ, σκατά τα’ κανα.

Αφηγητής: Ο θόρυβος από την κουζίνα ένα ακόμη ρεύμα, συμπαρασύρει τα απόνερα λόγια της σάλας και βγαίνει να μπλέξει σε μπελάδες την πρωία. Ενώ ο έξω, απλός σαν ένα ακόμη σκυριανό άλογο, μικρό και pittoresque…